αιετός

αἰετός, ο (Α)
ο αετός*.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αἰετός — ἀετός eagle masc nom sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καἰετός — αἰετός , ἀετός eagle masc nom sg (epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • AETUS — Nilus olim sic dictus, ut et Lycophr. notat Cael. Rhodig. Lege Aetus, Graece enim Αἰετὸς est, a cursûs velocitate scil. sic dictus, quod volatum aquilae propemockum aequate videretur. Est et in Scythia fluv. qui cum Promethei agrum uberem alioqui …   Hofmann J. Lexicon universale

  • AQUILA — I. AQUILA apud Sugerium de Administrat. sua c. 32. Aquilam vero in medio chori ammirantium tactu frequenti deaur atam, reaurari fecimus, aliosque recentioris aevi Sctiptores, lectrum est seu analogium in modum aquilae alas expansas habentis… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • AQUILO — I. AQUILO nomen equi famosissimi, de quo sic Casaubon. ad Iul. Capitolin. in Vero Imper. c. 6. verba, Volucriequo prasino: Huiusmodi, inquit, nomma equis curulibus imponebant. Notus Caligulae Incitatus. In saxis nominatur cum alii, tum… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • AVES — varia apud Hebraeos nomina sortirae sunt. His namque a volatu Avis oph, dicitur et tsippor, quia mane surgit: Rapacis nomen proprium est ait ab involando et viruendo sumptum; ad quod alludit aquilae Graecum vocabulum αἰετός. A Deo e terris, non… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • αετός — Ονομασία πολλών ημερόβιων αρπακτικών πτηνών, που έχουν προικιστεί με οξύτατη όραση και με κυρτό και γαμψό στην άκρη ράμφος. Τα πόδια του α. έχουν τέσσερα δάχτυλα, τρία μπροστά και ένα πίσω, με νύχια αγκιστροειδή, με τα οποία αρπάζει και… …   Dictionary of Greek

  • αιγυπιός — (aegypius). Αρπακτικό πτηνό της οικογένειας των γυπιδών. Ζει στην Αφρική και μεταναστεύει στη νότια Ευρώπη. Το σώμα του έχει μήκος 60 έως 70 εκ., λευκό με κόκκινες αποχρώσεις. Οι φτερούγες του είναι μαύρες και ο λαιμός και το κεφάλι του κίτρινα.… …   Dictionary of Greek

  • αιετηδόν — αἰετηδὸν επίρρ. (Α) [αἰετός] σαν αετός …   Dictionary of Greek

  • αιετιαίος — αἰετιαῑος, αία, αῑον (Α) αυτός που ανήκει ή που είναι τοποθετημένος στο αέτωμα*. [ΕΤΥΜΟΛ. < αἰετὸς ἀετὸς (= Αρχιτ., «αέτωμα», λόγω τής ομοιότητας του προς τα ανοιγμένα φτερά)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.